Πριν από τη γέννηση του Χριστού το ζαχαροκάλαμο (από το οποίο παράγεται η ζάχαρη) φυόταν μόνο στις ακτές του κόλπου της Βεγγάλης. Αργότερα η καλλιέργεια του εξαπλώθηκε στις γύρω περιοχές της Μαλαισίας, της Ινδονησίας, στην Ινδοκίνα και τη νότια Κίνα.
Οι Άραβες εισήγαγαν τη ζάχαρη - που σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν μια κολλώδης πάστα με υποτιθεμένη φαρμακευτική αξία - στο δυτικό κόσμο, φέρνοντας τόσο το ζαχαροκάλαμο όσο και τη γνώση για την καλλιέργεια του στη Σικελία και στη συνέχεια στην Ισπανία, τον όγδοο και ένατο αιώνα . Αρκετά αργότερα, - τον δέκατο πέμπτο αιώνα - η Βενετία που εισήγαγε μέχρι τότε κατεργασμένη ζάχαρη από την Αλεξάνδρεια, κατόρθωσε να επιβάλει μονοπώλιο για το νέο αυτό μπαχαρικό. Από τότε άρχισε να προμηθεύεται αποκλειστικά ακατέργαστη πλέον ζάχαρη, - ακόμη και ζαχαροκάλαμα - με την επεξεργασία της να γίνεται στη συνέχεια σε δικές της μονάδες. Το μονοπώλιο της Βενετίας, όμως, δεν κράτησε πολύ.
Το 1498 ο πορτογάλος εξερευνητής Vasco da Gama επέστρεψε από την Ινδία, φέρνοντας τη ζάχαρη στην Πορτογαλία. Η Λισσαβώνα άρχισε από τότε να εισάγει σε μεγάλες ποσότητες και να επεξεργάζεται στη συνέχεια την ακατέργαστη ζάχαρη, με αποτέλεσμα - στο δέκατο έκτο πλέον αιώνα - να γίνει η αδιαμφισβήτητη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της ζάχαρης.
Την ίδια εποχή στη Γαλλία η γλυκαντική ουσία ήταν γνωστή κυρίως για τις "φαρμακευτικές" ιδιότητες της, Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Louis XIV, η ζάχαρη πουλιόταν μόνο στα φαρμακεία. Από το 1800 και μετά, η ζάχαρη (αν και ακόμη ακριβή) έγινε ευρύτερα διαθέσιμη και δημοφιλής στις ανώτερες και μεσαίες τάξεις.
Άργησε πολύ η ζάχαρη να μπει στη διατροφή μας, αλλά η διάδοση της από ένα σημείο και μετά ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να γίνει σύντομα - με τη ζαχαροπλαστική - κομμάτι του πολιτισμού μας.